Aνθρακολογία

Η εφαρμογή της Aνθρακολογίας στο Νεολιθικό Oικισμό της Αυγής

Η Ανθρακολογία μελετά το κάρβουνο που προκύπτει από την ατελή καύση ξύλου και εντοπίζεται σε αρχαιολογικές θέσεις, αλλά και σε φυσικές αποθέσεις (Chabal et al. 1999). Τα κάρβουνα που βρίσκουμε στις αρχαιολογικές θέσεις είναι πολιτισμικά κατάλοιπα, δηλαδή αποτέλεσμα ανθρώπινης δραστηριότητας. Προέρχονται από την καύση ξύλων, που συγκέντρωσαν οι άνθρωποι από τη φυσική βλάστηση και χρησιμοποίησαν για την παραγωγή ενέργειας σε καθημερινές δραστηριότητες (μαγείρεμα, θέρμανση, φωτισμός). Συχνά υποδηλώνουν και άλλες πιο εξειδικευμένες δραστηριότητες, όπως το ψήσιμο της κεραμικής, τη μεταλλουργία, την παραγωγή ξυλάνθρακα κ.λπ. Ακόμη, το κάρβουνο μπορεί να είναι αποτέλεσμα εσκεμμένης ή τυχαίας καύσης ξύλινων κατασκευών, εργαλείων και άλλων στοιχείων του υλικού πολιτισμού.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του κάρβουνου είναι η ιδιότητά του να διατηρεί την ανατομική δομή του ξύλου από το οποίο προήλθε, επιτρέποντας τη μικροσκοπική αναγνώριση της βοτανικής ταυτότητάς του, δηλαδή το φυτικό γένος ή είδος που χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν (Chabal et al. 1999). Έτσι, από τη μικροσκοπική ανάλυση του κάρβουνου προκύπτουν κατάλογοι φυτών, τους οποίους η Ανθρακολογία ερμηνεύει με στόχο να δώσει πληροφορίες για την τοπική βλάστηση γύρω από τους χώρους ανθρώπινης εγκατάστασης, τις κυρίαρχες περιβαλλοντικές και κλιματικές συνθήκες σε μια περιοχή, τις πρώτες ύλες που επιλέγουν οι άνθρωποι και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται, μεταβάλλουν και τελικά διαμορφώνουν το περιβάλλον (Chabal et al. 1999, Thiebault 2002, Vernet 1992).

Η Ανθρακολογία έχει εφαρμοστεί σε αρκετές νεολιθικές θέσεις στη Βόρεια Ελλάδα και τα αποτελέσματα της μελέτης μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε καλύτερα το περιβαλλοντικό πλαίσιο δράσης των προϊστορικών κοινοτήτων και τον τρόπο με τον οποίο οι παραγωγικές δραστηριότητες εντάσσονται στον φυτικό περίγυρο (Νtinou 2002β). Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η εφαρμογή της μεθόδου στο νεολιθικό οικισμό της Αυγής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους ακόλουθους λόγους:
•    Πρόκειται για ένα οικισμό στην ενδοχώρα και σε μεγάλο υψόμετρο (700 μ περίπου) γεγονός που μας παρέχει τη δυνατότητα να μελετήσουμε την προϊστορική βλάστηση σε περιβάλλοντα για το οποία οι πληροφορίες μας είναι λίγες και όπου επιπλέον η νεολιθική παρουσία τώρα αρχίζει να γίνεται καλύτερα γνωστή
•    Πρόκειται για ένα οικισμό που ανασκάπτεται σε μεγάλη έκταση και αποκαλύπτει εκτεταμένα οικιστικά κατάλοιπα που μας επιτρέπουν να μελετήσουμε τη χρήση φυτικών πρώτων υλών για την κατασκευή των οικημάτων
•    Πρόκειται για ένα οικισμό όπου υπάρχει αφθονία ανθρακολογικού υλικού, που θα πρέπει να σχετίζεται και με τη χρήση του ξύλου ως καύσιμη ύλη
•    Πρόκειται για μια θέση που παρέχει πληροφορίες για την αρχική βλάστηση της περιοχής πριν από 7000 χρόνια περίπου και μας επιτρέπει να κάνουμε συγκρίσεις με την εικόνα που σήμερα αντικρίζουμε.

Η ανθρακολογική ανάλυση στον οικισμό της Αυγής έχει ήδη ξεκινήσει με δείγματα που συγκεντρώθηκαν μέσω επίπλευσης κατά τις διαδοχικές ανασκαφικές περιόδους. Στη συνέχεια παρουσιάζονται τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της έρευνας, ενώ σε εξέλιξη βρίσκεται η μελέτη του υλικού που προέκυψε από τις ανασκαφές του 2007 και του 2008.

Ως αυτό το στάδιο της έρευνας συνολικά έχουμε μελετήσει 50 δείγματα και έχουμε αναγνωρίσει τη βοτανική ταυτότητα 2467 κάρβουνων. Τα ακόλουθα φυτικά είδη έχουν αναγνωριστεί στο Νεολιθικό οικισμό της Αυγής: Abies sp. (έλατο), Acer sp. (σφένδαμος), cf. Betula sp. (σημύδα), Carpinus betulus (γάβρος), Cornus sp. (κρανιά), Corylus avellana (φουντουκιά), Fraxinus sp. (φράξος), Fraxinus cf. excelsior, cf. Ilex aquifoliuim (αρκουδοπούρναρο), Juniperus sp. (βουνόκεδρο), Maloideae, t. Pyrus/Sorbus (οικογένεια της αχλαδιάς), Monocotyledon, Pinus nigra (μαύρη πεύκη), Prunus t. avium (αγριοκερασιά), Prunus t. spinosa (τσαπουρνιά), Quercus sp. φυλλοβόλος τύπος (δρυς), Salix/Populus (ιτιά/λεύκα), Ulmus sp. (φτελιά), Viburnum sp. (βιβούρνο).

Η εφαρμογή της Ανθρακολογίας στον οικισμό καταδεικνύει την ύπαρξη πλούσιας βλάστησης στην περιοχή κατά τη Νεολιθική περίοδο και τη χρήση ενός μεγάλου αριθμού φυτικών ειδών από τη νεολιθική κοινότητα. Τα φυτά που ταυτίστηκαν είναι αυτοφυή στην περιοχή και εντοπίζονται σε διάφορες φυτικές διαπλάσεις. Τα πιο συχνά εμφανιζόμενα φυτά σε όλα τα δείγματα είναι η μαύρη πεύκη και η δρυς. Αυτή η ανθρακολογική πληροφορία για τη νεολιθική βλάστηση της περιοχής βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με το ρόλο που παίζουν τα παραπάνω είδη στις φυτικές διαπλάσεις των ηπειρωτικών περιοχών και των μεγάλων υψομέτρων στα βορειότερα γεωγραφικά πλάτη της Ελλάδας.

Με τη μαύρη πεύκη και τη δρυ επικεφαλής στον κατάλογο τον φυτικών ειδών που χρησιμοποιήθηκαν από τους νεολιθικούς κατοίκους της Αυγής και λαμβάνοντας υπόψη τον φυτικό πλούτο έτσι όπως δηλώνεται από το μεγάλο αριθμό ειδών (19) που ταυτίστηκαν μπορούμε, σε αυτό το στάδιο της έρευνας, να υποθέσουμε ότι στο τοπίο κυριαρχούσε δασώδης βλάστηση. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα, οι κυρίαρχες φυτικές διαπλάσεις κατά τη νεολιθική περίοδο θα ήταν:
•    Δάση μαύρης πεύκης με σποραδική παρουσία ελάτων
•    Δρυοδάση με πολλά άλλα φυλλοβόλα είδη
•    Μικτά δάση φυλλοβόλων και κωνοφόρων στις ζώνες (υψομετρικής) μετάβασης  ανάμεσα στις παραπάνω διαπλάσεις
•    Υγρόφιλη βλάστηση, που περιλάμβανε ιτιές/λεύκες, νερόφραξους, λεπτοκαρυές και φτελιές, σε υγρές περιοχές των δασών και γύρω από ρέματα.

Η εικόνα του νεολιθικού τοπίου στην Αυγή, έτσι όπως προκύπτει από την ανθρακολογική ανάλυση, βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία τόσο με τα ανθρακολογικά δεδομένα από τον άλλο μεγάλο νεολιθικό οικισμό στην περιοχή, το Δισπηλιό (Ntinou 2000; 2002; Ντίνου 2002), όσο και με τις παλυνολογικές αναλύσεις που έχουν παραγματοποιηθεί από διάφορους ερευνητές στη λίμνη της Καστοριάς (Bottema 1974, Kouli in press). Στο νεολιθικό Δισπηλιό χρησιμοποιήθηκαν τα ίδια φυτικά είδη,  τα οποία θα πρέπει να αφθονούσαν σε όλη την περιοχή. Ίσως μια μικρή διαφοροποίηση μπορεί να εντοπιστεί στην πιο εντατική χρήση της μαύρης πεύκης και της ελάτης στην Αυγή, πιθανότατα σχετιζόμενη με το μεγαλύτερο υψόμετρο σε σχέση με το Δισπηλιό. Επιπλέον, οι ανθρακολογικές πληροφορίες συνάδουν με τις παλυνολογικές, που διαπιστώνουν τη μέγιστη εξάπλωση των δασών πεύκων, ελάτων και δρυών κατά την Ατλαντική περίοδο του Ολόκαινου (γύρω στο 6000 ΠΣ). 

Το πλούσιο φυτικό περιβάλλον χρησιμοποιήθηκε από τις νεολιθικές κοινότητες για διάφορους σκοπούς. Τη χρήση του ξύλου σε οικοδομικές δραστηριότητες μπορούμε να την παρακολουθήσουμε σε μεγάλη έκταση στον οικισμό. Πασσαλότρυπες και μάζες πηλού αποτελούν ενδείξεις για την κατασκευή πασσαλόπηκτων οικημάτων. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι για την κατασκευή των μεγαλύτερων δομικών στοιχείων, π.χ. πάσσαλοι, δοκάρια οροφής, ψαλίδια, χρησιμοποιούταν το ξύλο φυτικών ειδών που αναπτύσσονται σε μεγάλο ύψος, είναι ανθεκτικά και αφθονούσαν σχετικά κοντά στον οικισμό, όπως η μαύρη πεύκη και η δρυς. Ακόμη ο φράξος, η φτελιά και ο γάβρος ίσως είχαν χρησιμοποιηθεί για τον ίδιο σκοπό. Άλλα δομικά στοιχεία, όπως πλέγματα για την κατασκευή των τοίχων ή εσωτερικών χωρισμάτων, θα μπορούσαν να κατασκευαστούν από νεαρά, εύκαμπτα κλαδιά λεπτοκαρυάς, βιβούρνου και κρανιάς. Μάλιστα με το εσκεμμένο κλάδεμα τέτοιων θάμνων ή μικρών δέντρων προκύπτουν ομοιόμορφης διαμέτρου νεαρά κλαδιά για τη χρήση τους σε πλέγματα και την καλαθοπλεκτική.

Τα νεολιθικά δάση της περιοχής παρείχαν καυσόξυλα για τις καθημερινές δραστηριότητες. Το ξύλο δρυών και το πευκόξυλο συλλέγονταν με μεγαλύτερη συχνότητα μιας και τα είδη αυτά ήταν τα πιο άφθονα και κατά συνέπεια πιο εύκολα προσβάσιμα. Πολλά από τα φυτά που ταυτίστηκαν στα δείγματα, όπως η οικογένεια της αχλαδιάς, η λεπτοκαρυά, η κρανιά, η αγριοκερασιά και η τσαπουρνιά, δίνουν βρώσιμους καρπούς. Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε την πιθανή χρήση πολλών από τα φυτά που αναγνωρίστηκαν (φράξος, δρυς, φτελιά, σφένδαμος) ως “κλαρί”, δηλαδή τροφή για τα ζώα κατά τους χειμερινούς μήνες, ιδιαίτερα σε περιοχές μεγάλου υψομέτρου με μακρύ χειμώνα.

 Βιβλιογραφία

 

 
 
 
Οκτώβριος 2008
Δρ Μαρία Ντίνου